Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα αγόρι. Ένα αγόρι ανάμεσα σε τόσα άλλα σαν κι αυτό. Το συγκεκριμένο όμως αγόρι της ιστορίας μας ένιωθε πάρα πολύ ξεχωριστό και ο λόγος ήταν ότι είχε για φίλο του ένα… γίγαντα. Όλα τα παιδιά έχουν φίλους, όμως σαν το δικό του δεν είχε κανένα. Ποιο άλλο παιδί έχει φίλο ένα τόσο μεγάλο και καλό γίγαντα; Ήταν ο καλύτερος του φίλος. Τον θαύμαζε πολύ και τον αγαπούσε όσο τίποτα.

Έπαιζαν όλη μέρα ότι παιχνίδι τραβούσε η όρεξή του χωρίς ποτέ να φοβάται μήπως ο γίγαντας τον συνθλίψει με τον όγκο του. Όταν πάνω στο παιχνίδι τον πετούσε ψηλά ένιωθε ότι μπορούσε να αγγίξει τ’ αστέρια και να ξαπλώσει στα σύννεφα. Πήγαιναν βόλτες και εκδρομές σε ψηλά βουνά και βαθιές θάλασσες και όποτε το αγόρι κουραζόταν ο γίγαντας απλά το σήκωνε απαλά στην πελώρια αγκαλιά του και με τα τεράστια βήματα που έκανε έφταναν πολύ γρήγορα στον προορισμό τους. Του εμπιστευόταν όλα τα μυστικά και τις σκέψεις του και αυτός του εξηγούσε τα πάντα για τον κόσμο, γιατί εφόσον τον έβλεπε από το τόσο ψηλά τον ήξερε πολύ καλά. Φυσικά, μοιραζόταν μαζί του όλα τα όνειρα και τις ανησυχίες του και ο γίγαντας επειδή ήταν και πάρα πολύ σοφός τον συμβούλευε πολύ σωστά και είχε πάντα δίκιο.

Όταν το αγόρι σχολούσε από το σχολείο ο γίγαντας ήταν πάντα εκεί, πελώριος στην πόρτα και τον περίμενε. Αυτός δεν πήγαινε σχολείο, γιατί όχι μόνο τα ήξερε όλα αλλά δεν χωρούσε και στις μικρές καρέκλες της σχολικής τάξης αφού ήταν τόσο τεράστιος. Το αγόρι είχε κι άλλους φίλους αλλά κανέναν δεν αγαπούσε και εμπιστευόταν τόσο όσο τον καλόκαρδο γίγαντά του. Ήταν τα πάντα γι’ αυτόν και όταν θα μεγάλωνε ήθελε να γίνει ακριβώς σαν αυτόν.

Κι έτσι τα χρόνια περνούσαν μέσα στην ξεγνοιασιά μιας τόσο όμορφης σχέσης και το αγόρι ήταν τόσο μα τόσο ευτυχισμένο και ασφαλές στη ζεστή σκιά του γίγαντά του. Το αγόρι σιγά σιγά έγινε έφηβος και μετά άντρας. Είχε σταματήσει προ πολλού να παίζει με τον γίγαντα γιατί είχε πια μεγαλώσει κι επειδή είχε τόσα πράγματα να κάνει σαν μεγάλος. Με όλα αυτά που είχε να κάνει δεν τον έβλεπε και τόσο όσο παλιά που ήταν συνέχεια μαζί και πλέον δεν χρειαζόταν τις συμβουλές του γιατί είχε μεγαλώσει τόσο που τα ήξερε πια όλα. Δεν είχε χρόνο ούτε για εκδρομές και βόλτες και ήξερε ότι για να πάει κανείς ψηλά, κοντά στα αστέρια και τα σύννεφα γινόταν μόνο αν μπει σε ένα αεροπλάνο, άσε που αυτές οι επιθυμίες είναι μόνο για τα παιδιά και αυτός ήταν πια μεγάλος.

Παρόλο όμως που δεν είχε πια τόσο χρόνο για να περνά με τον γίγαντα του ήξερε ότι αυτός ήταν πάντα εκεί γι’ αυτόν και ότι υπομονετικά περίμενε τις αραιές επισκέψεις του και τον δεχόταν όλες τις φορές με την ίδια απέραντη χαρά. Ο γίγαντας ήξερε ότι έτσι έπρεπε να γίνει. Το αγόρι να γίνει άντρας και ζήσει τη δική του ζωή, έστω κι αν αυτή ήταν μακριά του. Η αγάπη τους ήταν πάντα το ίδιο δυνατή όμως το αγόρι ήταν πια άντρας και ξεχνούσε να την δείξει στο γίγαντά του, όπως παλιά.

Ώσπου μία μέρα, το αγόρι που ήταν πια άντρας, έμαθε ότι ο γίγαντάς του ήταν βαριά άρρωστος. Παράτησε τα πάντα και έτρεξε αμέσως κοντά του. Μπήκε μέσα στο σπίτι του γίγαντα και τον βρήκε ξαπλωμένο, άρρωστο και πολύ γερασμένο στο κρεβάτι του. Πήγε κοντά του, τον κοίταξε όπως δεν τον είχε κοιτάξει εδώ και πολλά χρόνια και τότε ένιωσε να χάνει τον κόσμο όλο από αυτό που αντίκρισε. Ο αγαπημένος του θεόρατος γίγαντας, μικρός και αδύναμος, κουλουριασμένος να πιάνει με το ζόρι το μισό από το μονό του κρεβάτι. Αυτός που κάποτε δεν χωρούσε πουθενά, που ήταν τόσο πελώριος και δυνατός που σου έκοβε την ανάσα. Μα πως είναι δυνατόν να συμβαίνει αυτό, αναρωτήθηκε και σε μία στιγμή ήταν πάλι το μικρό αγόρι των παιδικών του χρόνων, ανήμπορος να καταλάβει πώς δεν το είχε προσέξει πιο πριν. Γιατί μόλις το σκέφτηκε καλύτερα συνειδητοποίησε ότι πάει πολύς καιρός που είναι πιο ψηλός και πιο δυνατός από το γίγαντά του. Αυτή η συνειδητοποίηση του έφερε αφόρητο πόνο στην καρδιά και ποταμούς δακρύων στα μάτια. Όμως έπρεπε να φανεί δυνατός για το γίγαντά του, όπως ήταν και αυτός όλα τα χρονιά της ζωής του γι’ αυτόν. Και τότε, όπως έκανε κι εκείνος όταν ήταν παιδί, σήκωσε τον γίγαντα στην αγκαλιά του με πολύ προσοχή για να μην τον συνθλίψει και δεν τον άφησε παρά όταν έφυγε για το τελευταίο του ταξίδι ψηλά στ’ αστέρια και ξάπλωσε στα απαλά σύννεφα.

Είχε κι έναν άλλο λόγο για να παραμείνει δυνατός μετά τη φυγή του λατρεμένου του γίγαντα. Αυτό το μικροσκοπικό χεράκι που τον τραβούσε από το μπατζάκι και του ζητούσε να τον πετάξει ψηλά για να αγγίξει τ’ αστέρια, να ξαπλώσει στα σύννεφα και ίσως να δει εκεί ψηλά το πρόσωπο του παππού του να του χαμογελάει.

Αφιερωμένο στο λατρεμένο γίγαντα των δικών μου παιδικών χρόνων. Τον μπαμπά μου.

 

Μουσική πρόταση:
Moonlight Sonata
Ludwig van Beethoven
https://www.youtube.com/watch?v=vQVeaIHWWck

 

 

Photo: ο εγωιστής γίγαντας