Suspicious Minds
by Elvis Presley
http://www.youtube.com/watch?v=SBmAPYkPeYU

Όλα ξεκίνησαν με τον κλασικό τρόπο.  Κορίτσι γνωρίζει αγόρι.  Ερωτεύονται.  Βρίσκουν ο ένας τον άλλο τέλειο.  Δεν μπορούν να ξεκολλήσουν.  Θέλουν να είναι συνέχεια μαζί.  Για πάντα.  

Ξέρεις ότι αυτό το έργο συνήθως ξεκινάει έτσι, σίγουρα το έχεις δει πολλές φορές.  Η συνέχεια του όμως είναι πάντα άγνωστη, τα σενάρια αμέτρητα και με αγωνία περιμένεις την εξέλιξη.  Μπορεί, στην καλύτερη περίπτωση, να πάρει την τροπή του” Notebook” ή του “Pretty Woman” και στην χειρότερη του “Κράμερ εναντίον Κράμερ” ή κάποιου σεναρίου του Παπακαλιάτη.  Η δική μου περίπτωση έμοιαζε με κάτι σαν τον “Πόλεμο των Ρόουζ”, για να μην πω το “Ψυχώ” και φανώ υπερβολική.

Το πρώτο καιρό του έρωτα δεν βλέπεις και δεν καταλαβαίνεις τίποτα, γιατί δε σε νοιάζει και γιατί τα σύννεφα στα οποία σε ανέβασε είναι πολύ απαλά.  Σιγά- σιγά όμως η αντάρα καταλαγιάζει, κατεβαίνεις πάλι στη γη και αρχίζεις να παρατηρείς, έστω και μέσα από τα ροζ γυαλιά του ερωτευμένου.  Κάποιες φορές, αυτό που θα δεις μπορεί να μην σου αρέσει καθόλου.  

Στην αρχή κολακευόμουν, από αυτά τα μικρά και αθώα, πίστευα τότε, δείγματα ζήλιας.  
“Αυτός εκεί σε κοιτάει”,
“Γιατί κοίταξες αυτόν που πέρασε;”,
“Που ήσουν και δεν σήκωσες το τηλέφωνο;  Σίγουρα στο μπάνιο;”,
“Τι λέγατε τόση ώρα με τον κολλητό μου;”.
Δεν έδινα τότε πολύ σημασία.  Σκεφτόμουν ότι οι πολύ ερωτευμένοι, έτσι κάνουν, ψιλοζηλεύουν.  Το “ψιλοζηλεύει” όμως τελικά δεν αποδείχθηκε και τόσο αθώο, αντιθέτως ήταν ένα τρομερό τέρας με  πράσινα μάτια που αργά και βασανιστικά μας κατασπάραξε και τους δύο.

 

 

Τα μικρά, όπως νόμιζα, δείγματα ζήλιας έγιναν σταδιακά εκρηκτικά ξεσπάσματα, απειλές και ασφυκτική καταπίεση.  Έπρεπε να απολογηθώ για οποιαδήποτε φανταστική ιστορία υπήρχε στο μυαλό του, όπως ότι όταν έκανα το λάθος και δεν σήκωσα το τηλέφωνο με την πρώτη, δεν ήμουν σε κάποιο ύποπτο ραντεβού αλλά όντως στο μπάνιο.  Ότι όταν συναντιέμαι με τις φίλες μου δεν φλερτάρουμε με οποιονδήποτε κάθεται στο διπλανό τραπέζι.  Ότι, όχι, δεν σκοπεύω να τον εγκαταλείψω για τον νέο μου συνάδελφο.  Με την μέθοδο του ψυχολογικού εκβιασμού σταμάτησα να κάνω πολλά πράγματα, όπως να φοράω ρούχα που με κολακεύουν, να μιλάω πάνω από δύο λεπτά με άλλους άντρες στην παρέα, ακόμη και να συναντιέμαι με τις φίλες μου προκειμένου να αποφύγω την σκηνή που θα επακολουθούσε.  Η καταπίεση από ένα σημείο και μετά ήταν σα θηλιά στο λαιμό μου και η απλή φυσιολογική ζήλια του ερωτευμένου ανθρώπου μετατράπηκε σε παθολογική.

Μη νομίζεις βέβαια ότι έπεσα αμαχητί.  Άστραψα και βρόντηξα, πήγα με τα νερά του,  προσπάθησα να εξηγήσω με όλους τους πιθανούς τρόπους ότι δεν είχε κανένα λόγο να ζηλεύει και ότι τίποτα από όλα αυτά που φανταζόταν δε συνέβαινε στην πραγματικότητα.  Όλα επί ματαίω… Επειδή φυσικά δε με πίστευε αλλά ταυτοχρόνως δεν παραδεχόταν καν ότι ζηλεύει, οι καβγάδες μας ήταν ομηρικοί.  Φωνές, απειλές, κλάματα, χωρισμοί, επανασυνδέσεις με αυτή τη σειρά και ανακατεμένα.  Ζήσαμε το δράμα σε όλο του μεγαλείο, κι αν τολμούσα ας μην σήκωνα το τηλέφωνο με την πρώτη…

Η παθολογική ζήλια, τις περισσότερες φορές, δεν πηγάζει από την συμπεριφορά ή τις συνήθειες του άλλου, ούτε ψάχνει πραγματικές αφορμές.  Τρέφεται από την ανασφάλεια του ανθρώπου που τη νιώθει και κάνει τούς φόβους του να παίρνουν σάρκα και οστά μπροστά στα μάτια του, χωρίς να καταλαβαίνει την οφθαλμαπάτη.  

Η παθολογική ζήλια υποκινείται από αισθήματα συσσωρευμένου θυμού, φόβου και χαμηλής αυτοεκτίμησης και έχει για κίνητρο την ανάγκη ελέγχου του άλλου για την αποφυγή μιας υποτιθέμενης απιστίας ή της τάσης προς την απιστία, έστω κι αν τίποτα από αυτά δεν ισχύει πραγματικά.  Αυτός ο έλεγχος μπορεί πολύ εύκολα να ξεφύγει από τα όρια και να γίνει δυνάστης.  

Στην δική μου περίπτωση όταν αυτά τα όρια ξεπεράστηκαν αναγκάστηκα να κάνω το διαχωρισμό ανάμεσα στην φυσιολογική ερωτική ζήλια που είναι πολύ συνηθισμένη και πολλές φορές αποδεκτή στα ζευγάρια και στην παθολογική ζήλια, την οποία η ψυχιατρική ορίζει σαν διαταραχή.  Η διαταραχή αυτή προκύπτει όταν το άτομο συνεχώς εφευρίσκει αβάσιμες κατηγορίες για να ενοχοποιήσει το σύντροφό του ότι είναι άπιστος ή ότι θέλει να απιστήσει.

Δεν είμαι ψυχίατρος και ο σύντροφός μου δεν δέχτηκε πότε να ζητήσουμε βοήθεια από έναν.  Οι υποψίες μου προέρχονται από την βιβλιογραφία και την σχετική έρευνα που έκανα για να βρω ένα τρόπο να αντιμετωπίσω το πρόβλημα στη σχέση μας.  Δεν μπορώ να πω με σιγουριά αν η ζήλια του ήταν διαταραχή (αν και έχω βάσιμες υποψίες) ή όπως ήθελα να πιστεύω, ήταν τόσο ερωτευμένος μαζί μου που δεν άντεχε στην ιδέα να με χάσει (μάλλον πρέπει να κοιτάξω και την δική μου φαντασιοπληξία για σημάδια διαταραχής) και μάλλον δεν θα μάθω και ποτέ.

Το δράμα αυτής της σχέσης έληξε όταν τελικά με χώρισε, οριστικά, γιατί, όπως είπε, δεν άντεχε άλλο τη ζήλια μου…  

Ειρωνεία?  Μπορεί, αλλά δεν είναι αυτό το σημαντικό.  Αυτό που μου έμεινε από αυτή τη σχέση είναι ότι μία ελεγκτική και καταπιεστική ζήλια δεν είναι τελικά αθώα ή κολακευτική, ούτε έχει καμία σχέση με τον έρωτα.   Την επόμενη φορά που θα ισχυριστεί ότι ο λόγος που δεν σήκωσες το τηλέφωνο δεν είναι ότι ήσουν στο μπάνιο αλλά σε κρυφό ραντεβού πρόσεχε, τα πράσινα μάτια του τέρατος σε παραμονεύουν.

 Μετάφραση:  Ω, φυλαχτείτε, άρχοντα μου από τη ζήλια!  Είναι ένα τέρας με πράσινα μάτια που εξευτελίζει την ίδια την σάρκα που τον τρέφει.

Σημείωση:
Το τέρας με τα πράσινα μάτια σαν αναπαράσταση της ζήλιας είναι επινόηση του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ στο έργο του 'Οθέλλος'.  Στην Πράξη 3, Σκηνή 3 ο Ιάγος περιγράφει στον τυφλωμένο από ζήλια Οθέλλο, για την αθώα σύντροφό του Δυσδαιμόνα, την ζήλια σαν ένα τέρας με πράσινα μάτια.  Από το έργο αυτό προκύπτει και η περιγραφή της παθολογικής ζήλιας σαν το Σύνδρομο του Οθέλλου. 

 

 

photos: izquotes.com, kirstenkline.com